9/3/11

γάμοι από τα παλιά



Χθες η μέρα της γυναίκας.
Άρθρα υπέρ και κατά, η πραγματικότητα της ευρωπαίας ελληνίδας κυπρίας όπου και να είναι, ο λάβης που δεν κατάφερε να δει το ποδόσφαιρο του, μια αγγλίδα στο τηλέφωνο που στο τέλος της συνομιλίας μου ευχήθηκε "Χάπι φούντμπολ ντέι!" πλακώνοντας με στο γέλιο-από πότε οι Άγγλοι είναι τόσο ειλικρινείς;-και φυσικά τα τριαντάφυλλα στους δρόμους, στο κτίριο, στο κατάστημα, οι πραλίνες στο γραφείο, το βιβλίο που μου χάρισε ένας ντόπιος "για να γίνεις βέρα βερολινέζα!" και η σκέψη των παππούδων μου.
Διαφορετικοί χαρακτήρες, από διαφορετικές ρίζες, με την ίδια ευγένεια προς όλους. Δεν άκουσα ποτέ βρισιά ή βαριά φράση από το στόμα τους. Ο δεύτερος παππούς, θύμωνε με αυτές τις δήθεν γιορτές. "Αν αγαπάς τη γυναίκα σου της συμπεριφέρεσαι όπως θέλεις να σου συμπεριφέρονται εσένα. Με εκτίμηση, σεβασμό. Με τιμή."

Ο σεβασμός προς τις συζύγους τους, και γιαγιάδες μου. Μεταμοντέρνοι σύζυγοι στην Κύπρο από τη δεκαετία του ΄50! :)))))))))))))))
Δεν χρειάζονταν καμιά μέρα για να θυμούνται την αγάπη τους.
Όχι τόσο με δώρα όσο με μικρές καθημερινές πράξεις.
Ο παππούς στο χωριό παραμένει μέχρι σήμερα ο πιο γλυκός και γαλήνιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ, κι ας έχουν περάσει 2 δεκαετίες από τότε που μας άφησε. Η εικόνα του αγίου, δεν έχει θαμπώσει στη μνήμη κανενός από όσους των γνώρισαν.
Δούλευαν στα χωράφια και ο παππούς συνέχιζε στις οικοδομές και στις ανασκαφές ανάλογα με το πού έβρισκε δουλειά. Η γιαγιά κατέβαινε στα χρονια πριν τη σύνταξη για δουλειά σε ένα εργοστάσιο έξω από την Λευκωσία. Δεν θυμάμαι πού ακριβώς. Τους έζησα στα χρόνια της σύνταξης, που περνούσαν όλες τις μέρες παρέα.
Χαμογελαστός να της ευχηθεί "Καλημέρα", να πάρει τη λίστα και να της κουβαλήσει τα ψώνια από το συνεργατικό (μπακάλικο), να της φέρει μια φορά τη βδομάδα φρέσκα γλυκά ζαχαροπλαστείου από την Χώρα (Λευκωσία), να της αφήνει κάθε μέρα ένα μικρό αγριολούλουδο στο βαζάκι του τραπεζιού.
Όταν η γιαγιά μου ήρθε τετ α τετ με τον Χάρο, από τη γνωστή αρρώστεια, ο παππούς δεν το άντεξε. Έφυγε πριν τελειώσει ο χρόνος ενώ η γιαγιά μου, πολύ δυναμική και γήινη,είχε στο μεταξύ κερδίσει προθεσμία 15 χρόνια ζωής, γεμάτα.
Κανείς δεν τους θυμάται να έχουν καβγαδίσει ποτέ. Δεν ξέρω αν γλύκανε την συνύπαρξη τους η μνήμη μα το αμφιβάλλω.Θυμάμαι και στα γειτονικά σπίτια, τα συνομήλικα τους ζευγάρια. Υπήρχε διαφορά.

Στην Λευκωσία,στο άλλο ζευγάρι παππού-γιαγιάς, η γιαγιά μου είχε έναν άντρα μορφωμένο, με λεπτούς τρόπους, διακριτικό, φύλακα άγγελο για πολύ κόσμο-μέχρι σήμερα ακούγοντας το επίθετο μου δίνουνε χαιρετίσματα, μεσήλικες θυμούνται τον άνθρωπο που βοηθούσε τους γονείς τους να τα ξαναβρούνε, να παίρνει τους πατεράδες από κοντά και να τους συμβουλεύει πως δεν γίνεται να πηγαίνουν από το χωράφι στον καφενέ, αφήνοντας όλες τις δουλειές και τα παιδιά στη γυναίκα τους.
Δεν τηρούσε διαφορετική στάση στο δικό του σπίτι. Ναι μεν η γιαγιά δεν δούλευε όμως ο παππούς την πρόσεχε "να μην μου πάθει τίποτα!"  Τον πρωινό καφέ τον έφτιαχνε μόνος του, τον απογευματινό καφέ των 5, τον ήθελε από τα χεράκια της γυναίκας του,όπου και να ήταν -διότι ως παππούς Λευκωσιάτης αποτέλεσε κλασσικό παράδειγμα παππού/ταξιτζή για τα εγγόνια-στις 5 το απόγευμα, χειμώνα καλοκαίρι, επέστρεφε σπίτι για την απογευματινή τους τελετουργία.
Μερικές μέρες αφού μας άφησε, πριν 4 χρόνια, η γιαγιά μου διηγήθηκε πόσο πολύ τον αγάπησε τις μέρες που έγιναν για πρώτη φορά γονείς. Ήρθαν δίδυμα, έτσι αποφάσισαν να επιστρέψουν στο χωριό, για να έχει βοήθεια με τα μωρά ως νεομάνα. Δίπλα στο πατρικό του παππού μου, βολεύτηκαν όπως όπως, ο παππούς είχε πάρει μετάθεση στην περιοχή, και η γιαγιά πρόσεχε τα δίδυμα.
" Αρρώστησαν τα μωρά, εν είχε γιατρό να έρθει. Δουλειές, δουλειές, χωρίς ρεύμα, χωρίς νερό. Μια μέρα ετέλειωσε το νερό, τα μωρά με πυρετό πού να φύω να πάω; Έπρεπε να έρτει που την δουλειά ο παππούς σου, να πάει στη βρύση και να το κουβαλήσει. Άναψε φωθκιές στο χωρκόν, ο πεθερός μου εν το εχώνευκε πως ο γιος του, επήε στην βρύση. "Τί έκαμνε η κυρία ούλη μέρα;"  "Παπά γίνεται να πάει στη βρύση; Πού να αφήσει τα μωρά;" Και να σκεφτείς ότι είχε τόσους αρκάτες στο σπίτι...Ε, τελικά επιστρέψαμε στην Λευκωσία.Ευτυχώς. "
-Καλά γιαγιά, οι γονείς σου πού ήταν;
-Ο παπάς μου ήταν άρρωστος, και η μάνα μου είχε σπάσει το πόιν της.
-χαχαχαχα μα η γιαγιά;πώς τα εκατάφερε;
-Έβαφε το σπίτι κι έπεσε.
-Έβαφε η πρόγιαγια το σπίτι;
-Έτσι ήταν τότε. Οι γυναίκες εκάμναν ούλλες τις δουλειές. Καλά την έχετε εσείς σήμερα. Οι άντρες τότε, ούουου, χωράφκια, αμπέλια και καφενέ. Η γυναίκα έπρεπε να μαειρέψει, να πλύνει, να καθαρίσει, να αλέσει, να ταϊσει και να ποτίσει τα ζωντανά,να σάσει το σπίτι.  Κι εγώ ήμουν πολλά τυχερή με τον παππού σου. Αν έμοιαζε του πεθερού μου, εν ηξέρω τί ήταν να κάμω!
-Γιατί;
-Είχε την μακαρίτισσα την προγιαγιά σου υπηρέτρια. Εκάθετουν σε μια καρέκλα  τζι έκοβκε διαταγές:φέρε μου το ένα, φέρε μου το άλλο, κάμε μου καφέ, φέρε μου τζιάλλο νερό, εξίασες το γλυκό.
-Και εν του ελάλεν τίποτε;
-Όι. Επήαιννεν τζι έρκετουν η καημένη, να τον υπηρετά μια ζωή. Που επέθανε ο πεθερός μου, δεν ήξερε τί να κάμει. Ελαλούσαμεν της να κάτσει να ξαποστάσει λίον, εθώρε μας τζι έν ήξερε τί εννοούσαμε.
Εγέμωσαν τα μάθκια της.
-Όι πως εγώ ξέρω τί εννά κάμω τωρά που έφυεν ο παππούς σου αλλά ...
-Καλά ρε γιαγιά, εσύ εν εμεγάλωσες 10 εγγόνια; Εν έσασες τη μάνα σου και την πεθερά σου;Εν σάζεις τον Γ; 
-Ναι ναι...αλλά έχασα την παρέα μου, να λαλούμε κανένα ανέκδοτο, να μαειρεύκω και να τραγουδώ με το ράδιο και να τον θωρώ που χαμογελά. Κάθε φορά εγίνουμουν πάλε δεκαεφτά χρονών, στον γάμο μας, πιστεύκεις το;

Δεν είχα ποτέ συνειδητοποιήσει τούτην την στιγμή της καθημερινότητας τους κι ας την είχα ζήσει χιλιάδες φορές στο σπίτι τους στην Λευκωσία. Πρώτη φορά ξέχασα τα χαμόγελα και με τη μνήμη εστίασα στα αντικρυστά τους βλέμματα. Γεμάτα έρωτα, γεμάτα αγάπη τζι εκτίμηση. Γεμάτα νειάτα.




7 σχόλια:

  1. Θάλασσά μου μωβ,

    τι όμορφο το κείμενό σου...

    Μερικοί σύζυγοι ήταν πράγματι μεταμοντέρνοι από το '50! Και ο δικός μου παππούς είχε μεγάλο έρωτα με τη γιαγιά μέχρι τα βαθιά τους γεράματα, κάτι που επηρέασε θετικά όλη την οικογένεια. Με τέτοιο πρότυπο, δεν είναι τυχαίο, ότι τα εγγόνια του σήμερα σέβονται και αγαπούν τις γυναίκες τους. :)
    Φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτοί ήταν οι τυχεροί της υπόθεσης. Γιατί υπήρχαν και πολλοί τύραννοι, όπως υπάρχουν και τώρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όμορφη ιστορία, όμορφοι άνθρωποι.

    Σε ρούφηξε και σε ρούφηξαν μονορούφι, αφού και ο τρόπος γραφής έγινε πιο κοντά στην γλώσσα που μιλούσαν, όσο προχωρούσε το κείμενο :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Λεμέσια μου,
    όντως, η θετική επιρροή της σχέσης ενός ζευγαριού κρατάει τουλάχιστον στις επόμενες δύο γενιές.
    :)))))))))))))))))))))))))))))))
    φιλιά και σε σένα!

    Αουρόρα μου,
    θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω τουλάχιστον στον χώρο της δικής μας κοινωνίας.
    Δεν είναι μόνο τύχη αλλά και δουλειά. Υπομονή, υποχωριτικότητα, γενναιοδωρία,μικρά βήματα που θα κτίσουν την αγάπη και την αμοιβαία εκτίμηση.
    Αν πολλές γυναίκες δεν είχαν στο παρελθόν το δικαίωμα να επιλέξουν τον σύντροφο τους,και ως οικονομικά εξαρτώμενες έμεναν με τον τύραννο, τώρα ποιά η δικαιολογία μας; Ο φόβος;
    Γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ να μείνουμε για λίγο μόνες μας;Ξέρεις πόσες κοπέλες παντρεύονται κάποιον που δεν τις αγαπάει ή που τους φαίνεται "κάπως παράξενος" μόνο και μόνο διότι κοντεύκουν ή επεράσαν τα τριάντα;!!!
    Αν είναι δυνατόν δηλαδή!
    Αν κάποιος είναι τύραννος, φαίνεται από την αρχή. Φτάνει να ξέρουμε να διαβάζουμε τις μικροεκφράσεις του. Κι αν ένας άντρας σε αγαπάει,το ξέρει το ένστικτο σου από την πρώτη στιγμή.Αν τον αγαπάς κι εσύ, δεν υπάρχει φόβος! :)))))))))))))))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Στροβολιώτη μου,
    αυτή δεν είναι άλλωστε η μαγεία της οποιασδήποτε διαλέκτου;
    Να σε γητεύει η μελωδία της,και να γράφεις σε αυτήν χωρίς να το καταλάβεις;
    :)))))))))))))))))))))))))))))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ιων σκεπτικός10 Μαρτίου 2011 - 2:31 μ.μ.

    Πολλά γλυτζιά ιστορία. Με πολλές αλήθκειες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

κυματοθραύστες