21/4/10

λαμπάδες

Αλλάζει παραστάσεις το μπλογκ.
Μετά από ένα περίπου μήνα πολλών τρίδυμων τελείων (ή τελειών;=...).

Με την φετινή Άνοιξη γνωριστήκαμε στο τέλος της Αγίας Βδομάδας, όταν ήρθα στο νησί. Πώς ξεδίψασε η γη κι άνθισε ξεδιάντροπα! Μετά από 2 χρόνια  πρόβαλε τα χρώματά του και το αγαπημένο φιόρο της μητέρας ενώ η λεμονιά μας, μικροκαμωμένη νύμφη με τους ανθούς της και μάνα ταυτόχρονα, φορτωμένη καθώς είναι με τα ζουμερά της φρούτα.
Μ΄αυτός ο ήλιος! Τί θράσος να μας καίει απ΄την Πρωταπριλιά; Λόγω φωτοευαισθησίας στα μάτια, εγωιστικά και ψυχρά ζητούσα από τον Θεό να χαμηλώσει λίγο το φως. Δεν με άκουσε, ευτυχώς. Στο χωριό υπήρχαν δουλειές να γίνουν. Απλώσαμε σε μεγάλες λαμαρίνες τις φλαούνες που έφτιαξαν οι Μεγαλομήτρισσες της οικογένειας στο χωριό της μάμμας. Τις πήγαμε στον μεγάλο φούρνο της περιοχής. Έκπληκτη κοιτούσα πώς σμίξαν τα χωριά,να σπρώχνει το ΄να τ΄άλλο πάνω στην πρωτεύουσα.
Η αυλή του φούρνου χαρούμενη όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. Πότε άλλοτε βλέπει τόσο κόσμο; Πλαστικά τραπέζια ως που έφτανε το μάτι, σαν γαμήλιο γλέντι σε αυλή δημοτικού σχολείου. Στρωμένες φλαούνες, κουλούρια και ψωμιά με το προζύμι. Γυναίκες όλων των ηλικιών και των χαμόγελων πηγαινοέρχονταν. Η γαμήλια αυλή, άρχισε να γεμίζει τιτιβίσματα και κακαρίσματα, χαράς και φουσκώματος για τις πασχαλινές νοστιμιές. Να πηγαινοέρχονται και να συγκρίνουν, της μιας βγήκαν σαν σοκολατένιες λόγω μαύρης ζάχαρης, της μιας έμοιαζαν περισσότερο με σταφιδόψωμα τα κουλούρια, "οι δικές μας εν οι καλύττερες!"... Κι ενώ το γαμήλιο πάρτι είχε μεταμορφωθεί σε κοτέτσι, παρολίγον να λιποθυμήσω σα μου φάνηκε πως ερχόταν η γιαγιά μου η μακαρίτισσα, κρατώντας στο χέρι της το κουλούρι, που μου κρατούσε πάντα(στην πάντα) τέτοια μέρα. Νιώθοντας τα μάτια να πλυμμηρίζουν από αγάπη, έβγαλα τα γυαλιά του ήλιου και πριν προλάβεις να πεις κιχκαχκοχ, πνίχτηκα στην αγκαλιά της θείας-της αδερφής της γιαγιάς μου. "Έλα και το κουλουρούι, πάντα κρατώ σου το όπως έκαμνεν η αρφή μου.Αλλά εν έρκεσαι ποτέ σου!Εχάθηκες στα ξένα!"
Μοιάζουν πολύ. Επίπονη διαπίστωση. Το βλέμμα μόνο διαφέρει κι ας έχουν τα ίδια τσακιλιά (τσακίλι=χαλίκι) μάτια.

Στην αγκαλιά της έγινα ξανά πέντε χρονών. Στην πρώτη αγκαλιά της γιαγιάς μετά τον επαναπατρισμό μας.
Στην ίδια αγκαλιά που κλείνομαι νοητά κάθε φορά που κερδίζει στο ζύγι η μοναξιά.


Αρκετές μέρες αργότερα, εγκλωβισμένη στην ομορφιά της κυπριακής Άνοιξης, βρήκα τον δρόμο για τα επόμενα πέντε χρόνια.Δεν είναι αυτό που ονειρεύεσαι για τη μοναχοκόρη σου, μάμμα. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει "συγγνώμη". Τα πρέπει σου, επηρεασμένα από την κυπριακή μικροκοινωνία, γέμισαν με φόβους την δική μου ζωή, για χρόνια.
Τώρα οι φόβοι τυφλώθηκαν, επιτέλους.
Τώρα που ξέρω πού λάμπει το φως για μένα, οφείλω να το πλησιάσω κι ας καώ.
Τουλάχιστον θα το΄χω αγγίξει...




1 σχόλιο:

  1. Πολλά ήρεμο πόστ, γεμάτο αγάπη τζιαι αποφαση.

    Να σαι καλά που μας έφερες την άνοιξη.


    Εν όμορφο να φτάνεις σε σταυροδρόμι για τα επόμενα 5 χρόνια. Τζιαι ταυτόχρονα να κατανικάς τα κατάλοιπα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

κυματοθραύστες