Τον είδα μπροστά στη ψαραγορά, να περιμένει μέχρι να καθαρίσει ο υπάλληλος την παραγγελία του. Ψάρι και γαρίδες. Έδωσα κι εγώ τη δική μου, άφησα τον Λάβη να περιμένει το λαβράκι και προχώρησα στο ψυγείο με τα γιαούρτια. Ένα γιαούρτι κι ένα καϊμάκι φρέσκο, όχι από βουβαλίσιο γάλα σαν τα καϊμάκια στα μυθιστορήματα της Πόλης και της Σμύρνης, ελληνικά και τούρκικα. Αγελαδίσιο γάλα για το καϊμάκι, που δεν είναι τίποτα άλλο από πηκτή πηκτή κρέμα. Το είχε μπερδέψει μια φορά ο λάβης με γιαούρτι, και όμως το λάτρεψε.
Το μυαλό μου είχε μείνει στον πενηντάρη κύριο που περίμενε μπροστά από τον λάβη. Είχα ξαναδεί τα μάτια του, το βλέμμα του. Κανονικά έπρεπε να σκέφτομαι πώς θα ξέμπλεκα την επομένη από μια επαγγελματική υποχρέωση αλλά κόλλησα. Το ΄χω κι αυτό το κακό. Αν δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι, χάνω τον ύπνο μου. Ό,τι και να κάνω, παράλληλα σκέφτομαι, προσπαθώ να θυμηθώ. Και φυσικά η φώτηση θα έρθει από μόνη της όταν θέλει. Στα επόμενα δευτερόλεπτα μετά που θα έχω παραιτηθεί από την πάλη με τη μνήμη.Μπροστά από τα ράφια με τα πουργούρια, τα πράσινα μάτια έψαχναν για φασόλια. Σα να ένιωσε το βλέμμα μου πάνω του, γύρισε και με χαιρέτησε. Στα ελληνικά. Προηγουμένως όμως μιλούσε με τον ψαρά στα τούρκικα.
- Χαίρε Μαρία.
-Συγγνώμη;
-Έτσι δεν λέμε στης Παναγίας;
-δεν γνωρίζω... (αλήθεια, τί λέμε στον Ευαγγελισμό;Οι Παγοχωρίτες λένε Άβε Μαρία αντί για Καλημέρα.)
Θυμήθηκα. Γέμισε λιβάνι το τούρκικο μπακάλικο. Κεριά που σβήνουν. Αρώματα γυναικών και κολώνιες μεσήλικων ανδρών.Εκκλησία. Ορθόδοξη, δική μας Εκκλησία, σε ένα παγωμένο κτίριο ντόπιο. Ούτε καν θρησκευτικό...
Είναι ο ίδιος άντρας που είδα δύο Κυριακές συνεχόμενες. Να φθάνουμε ταυτόχρονα στην Εκκλησία, αυτός όμως να μένει στην είσοδο, ν΄ανάβει το κεράκι του, να στέκεται τρέμοντας, να μουρμουράει μια προσευχή που την άκουγε μόνος του- και ο Θεός προφανώς-και να φεύγει. Μέσα στην σιωπή.
Είχα γυρίσει την δεύτερη Κυριακή να τον δω, να τον ψάξω. Διότι δεν τον είχα δει πουθενά στο εκκλησίασμα. Και ακριβώς αυτό το αμπελόφυλλο είχα προσέξει. Να τρέμει, να γεμίζει δάκρυα, αγκαθωμένα...όποιος έχει δει ποτέ άνδρα να κλαίει-άνδρα όχι αγόρι!-καταλαβαίνει. Τα σκούπισε με το μαντήλι του, πριν ελευθερωθούν στα βλέφαρα. Έκανε τον σταυρό του, κι έφυγε.
Μια ώρα διαδρομή και μια ώρα επιστροφή. Για να κάνει τον σταυρό του; Γεμίζει έτσι την ψυχή του;
Κατάλαβε πως θυμήθηκα και είχα ερωτήσεις.
-Ρωμαίος είμαι. Από τους λίγους που μέναμε στη γη μας. Τούρκεψε ο λυκοπάππος μου να γλυτώσει.
-Καταλαβαίνω.
- Απόθανε απ΄το κακό του. Μαθίσαμε όμως το ευαγγέλιο, το ξεραν απ΄έξω ο κύρης μου τζι η μάνα μου. Μάθισα ρωμαίικα στην Αλεμάνια, ελληνικά.
-Ναι...
-Τη λειτουργία. Τερώ λίγο και φεύγω. Αλλά με την οικογένεια στην Πόλη, δεν μπορούμε ακόμη να γίνουμε Χριστιανοί. Λακτεί η Τουρκιά τους Χριστιανούς, άλλο τί λένε στους Παγοχωρίτες.
- Αλλάζει όμως, δεν αλλάζει;
-Αργά αργά. Μα προσέχουμε.
Διέκοψε την εξομολόγηση του ο Λάβης. Δώσαμε τα χέρια, συστηθήκαμε.
Ρώτησε αργότερα το ίδιο βράδυ ο Λάβης γιατί τον κύριο τον λένε και Φερίτ και Γιώργο. Του θύμισα τον άλλο Έλληνα, που είχαμε γνωρίσει στο παιχνίδι Σερβίας-Τουρκίας. Κατάλαβε. Δεν σχολιάσαμε περισσότερο.
Φερίτ για τη νέα θρησκεία, Γιώργος σαν τον πάππο του, οικογενειακό μυστικό, κληρονομιά προφορική. Παράδοση.
Δεν ξέρω τί είναι πιο ιερό, η γη σου ή η πίστη (ιδεολογία)σου. Τί θα άφηνες για να σώσεις τους αγαπημένους σου; Δυο ρίζες μπλεγμένες η μια μέσα στην άλλη, αγκαλιασμένες. Επιβιώνεις και χωρίς ρίζες, σίγουρα αλλά για πόσο;Μέχρι να γεννήσεις καινούριες; Πόσο διαρκεί αυτό για έναν άνθρωπο;Για μια γενιά;Για ένα λαό;
Έχει σημασία;
Κι αν ναι, σε ποιό βαθμό;

