Κι ας είναι για σένα η ευχή, αστεία-αν όχι ειρωνία.
Μην σκέφτεσαι την αιωνιότητα,
Κι αυτή μια περίοδος είναι,
Που έχασε την τελεία κι έμεινε το κεφαλαίο γράμμα να χάσκει νυσταγμένο.
Μην κλαις αυτό το βράδυ βρε Προφήτη μου,
Αμαυρίσανε την εορτή σου
Αλλά – ευτυχώς- καθώς λένε οι παλιοί,
οι προσευχές δεν καρβουνιάζουνε ποτές.
Κράτα στις ψυχούλες, συντροφιά.
Έχουνε κρεμμαστεί από μια κλωστή δίχως άκρες,
Βαραίνουν σαν σκιές του ψυχομαχόμενου δειλινού.
Θαμπά χαλίκια,
Λίγο πριν πεταχτούν στην θαλασσένια κι έφηβη λήθη,
- Το άπειρον εφθόνεψεν τούτη η κακούργα. -
Χάιδευε Άγιε μου,τον θρήνο τους, κάθε νύχτα
Κι όχι μόνο την αποψινή,
- στη ματωμένη διάλυση ενός κακόγουστου προξενιού για στην αρχή αργόσυρτου βιασμού;-
Που δυναμώνουν τους σπασμούς κι αλληλοσυγκρούονται,
Παλαμάκια στου ήλιου το βαρύ ζεϊμπέκικο,
Κρατάνε τον ρυθμό,
σαν ξημερώσει η εικοστή του Ιούλη βόλτα,
ν’ακούσουμε το ρώτημά τους επιτέλους:
« Γ Ι ΑΑΑΑΑΑ Τ ΙΙΙΙΙΙΙΙ ; »
Αγκυροβολημένος αναστεναγμός στο ερωτηματικό.
Δώσε του Προφήτη μου,
Οψιδιανού φιλί ,
να μας σκίζει την ανούσια και μάταια πνοή,
ανούσια και μάταια - σαν της γης ματωμένη μοιρασιά...


