19/07/2009

ματωμένη προσευχή

Χρόνια Πολλά Προφήτη Ηλία μου,

Κι ας είναι για σένα η ευχή, αστεία-αν όχι ειρωνία.

Μην σκέφτεσαι την αιωνιότητα,

Κι αυτή μια περίοδος είναι,

Που έχασε την τελεία κι έμεινε το κεφαλαίο γράμμα να χάσκει νυσταγμένο.

Μην κλαις αυτό το βράδυ βρε Προφήτη μου,

Αμαυρίσανε την εορτή σου

Αλλά – ευτυχώς- καθώς λένε οι παλιοί,

οι προσευχές δεν καρβουνιάζουνε ποτές.

Κράτα στις ψυχούλες, συντροφιά.

Έχουνε κρεμμαστεί από μια κλωστή δίχως άκρες,

Βαραίνουν σαν σκιές του ψυχομαχόμενου δειλινού.

Θαμπά χαλίκια,

Λίγο πριν πεταχτούν στην θαλασσένια κι έφηβη λήθη,

- Το άπειρον εφθόνεψεν τούτη η κακούργα. -

Χάιδευε Άγιε μου,τον θρήνο τους, κάθε νύχτα

Κι όχι μόνο την αποψινή,

- στη ματωμένη διάλυση ενός κακόγουστου προξενιού για στην αρχή αργόσυρτου βιασμού;-

Που δυναμώνουν τους σπασμούς κι αλληλοσυγκρούονται,

Παλαμάκια στου ήλιου το βαρύ ζεϊμπέκικο,

Κρατάνε τον ρυθμό,

σαν ξημερώσει η εικοστή του Ιούλη βόλτα,

ν’ακούσουμε το ρώτημά τους επιτέλους:

« Γ Ι ΑΑΑΑΑΑ Τ ΙΙΙΙΙΙΙΙ ; »

Αγκυροβολημένος αναστεναγμός στο ερωτηματικό.

Δώσε του Προφήτη μου,

Οψιδιανού φιλί ,

να μας σκίζει την ανούσια και μάταια πνοή,

ανούσια και μάταια - σαν της γης ματωμένη μοιρασιά...




06/07/2009

τ Α υ τ ο φ ω ν ί α


Το κοριτσάκι ήθελε τη νύχτα αγκαλίτσα. Και όχι μόνο.

Το αγόρι ήθελε φιλιά. Και όχι μόνο.

Νόμιζαν πως υπήρχε ταυτοφωνία, τουλάχιστον στο "και όχι μόνο".

Λάθος...ουψ και ουφ και ααχ, τί πάθαμε!


Όμορφη η νύχτα, καλοκαιρινή και μωβ.

Ιδρώτας η αγκαλιά του - την έπνιγε μαζί με τα "Σ΄αγαπώ!" του.

Στο σώμα της ανύπαρκτος ο αντίλαλος αγάπης - Τον άγχωσε.

Έσταζε μέλι το φιλί του,

γλυκό σαν τις λεξούλες που έγδυνε η αναπνοή του.

Διψούσε για χάδι

μα αυτή του πρόσφερε κρασί σε κρύσταλλο,

που θύμιζε το βλέμμα της - εύθραυστο, διάφανο και άηχο.

Τουλάχιστον ήταν κόκκινο και ξηρό...το κρασί.


Μισός έρωτας, αυτή με πόθο, αυτός με πάθος.

Το σώμα της τραγουδούσε η ψυχή του.

Σα να έπαιζε η Σελήνη με τα σύννεφα, κρυφτό.


Ξημέρωσε. Τα σώματα κοιμόντουσαν αποκαμωμένα του έρωτα.

- Το ίδιο και η Σελήνη. Νάνι τάιμ.-

Οι ψυχές σαν τα σύννεφα ταξιδεύουν αλλού, στα πραγματικά τους "θέλω".

Αυτός ονειρεύται την αγάπη της.

Αυτή ονειρεύται πως σίγουρα κάπου αλλού θα υπάρχει ο Αγάπης της..

Όνειρα,

που σαν τελειώσει ο ύπνος γίνονται βροχή ν΄ αναστήσουν το χώμα.

Σαν τα σύννεφα.

Μακάρια η ανακύκλωση της Φύσης και του Ονείρου.


Δεν το ξέρει ακόμα.Αυτός.

Θα περάσουν αρκετές νύχτες.

Θα τον αφήσει με το ίδιο παράπονο. Αυτή.

Μα έχει ήσυχη τη συνείδησή της. Ό,τι έχει, του το δίνει.

Χαμόγελο και νάζι. Φροντίδα κι αγκαλιά.

Κι αυτός εξάλλου αν την αγαπάει πραγματικά, μπορεί να μετατραπεί στον Αγαπη, που περιμένει.