19/06/2009

Μια μπάλα λατέρνα


"Λαλαλάι λαλαλαλαλαλαλα τραλαλαλααααααααααι"

- Παππούυυυυυυυυυύ, ο παγωτάρης!!! Παππού, παππού, ήρθε ο παγωτάρης!!!

Δεν περίμενα το δεύτερη νότα- ένα συγκεκριμένο απόγευμα των καλοκαιρινών βδομάδων, τα αφτιά μου έπαιρναν το μέγεθος των του Ντάμπο, και την ακοή της Λάσσης (καλό -καλό, κλίνεται μια χαρά! Ω Λάσση μου! :) )- Ακόμα στην αρχή του δρόμου, το ψηλό πολύχρωμο αυτοκινητάκι και η μουσική λατέρνας. Στην πρώτη νότα, που έφτανε ξεκάθαρα στον κήπο της γιαγιάς και του παππού, ό,τι και να παίζαμε, το παρατούσαμε. Μέχρι να φτάσει ο παγωταντζής στην μέση του δρόμου και να σταματήσει, είχε γεμίσει ο δρόμος φωνίτσες κι αγριοφωνάρες.

Και χαλί, απτόητη, η μουσική.

Μόνο που στις μιάμιση το μεσημέρι, εδώ σε αυτόν τον δρόμο, δεν περνάει παγωταντζής. Απλά ακούγεται η τυπική μουσική λατέρνας. Τελευταία φορά, νομίζω, την είχα ακούσει στην Καλαμαριά. Εδώ; Δεν θυμάμαι...

Ο δρόμος μας όμως γέμισε μουσική!

Τρέχω στο παράθυρο. Λάθος. Στέκομαι και κάνω ενάμιση βήμα.

Ένας χαρούμενος άνθρωπος. Με μια μίνι λατέρνα κι ένα αρκουδάκι ψεύτικο. Στα απέναντι παράθυρα βγαίνει κι άλλος κόσμος. Αντικρυστά βλέμματα μισής στιγμής. Τράβηγμα της κουρτίνας πάλι, στα μισά. Μια μελαχροινή κοπελιά, χαμογελαστή, εξαφανίζεται κι επανεμφανίζεται. Πετάει από το παράθυρο νομίσματα. Δεν έχω μία, αυτές τις μέρες. Δυστυχώς, ούτε ένα απλό ευχαριστώ δεν μπορώ να πω στον χαρούμενο άνθρωπο.

Έχει τουλάχιστον μισό αιώνα στις πλάτες του. Τα μαλλιά του, χορεύοντας στον αέρα, θυμίζουν ποιόν άλλον; Τον Άιστάιν. Μικροκαμωμένος ο ανθρωπάκος, με το χρυσοκόκκινο μαύρισμα των Μεσογειακών, που τον ομορφαίνει. Στο μεταξύ, δεν έχει σκύψει να πάρει τα νομίσματα. Κι ας έχουν πέσει ουσιαστικά, μπροστά στα πόδια του.

Η κοπελίτσα του φωνάζει να πάρει τα χρήματα.

Της απαντάει σε γλώσσα με σπασμένες λέξεις και βαλκάνια προφορά.

- Εγώ χαρά θέλω μόνο να φέρω! Είναι τόσο ήσυχοι αυτοί οι δρόμοι. Τόσο καταθληπτικοί!

Και πάλι αντίκρυσμα βλεμμάτων.

Ομορφαίνει ο άνδρας, ακόμα περισσότερο. Απομαγνητίζομαι και τρέχω να προλάβω μια φωτογραφία. Να κρατήσω αυτή την τόσο σπάνια στιγμή, που σίγουρα, θα αργήσει πολύ να ξαναφτάσει παρόμοιά της. Η εδώ πραγματικότητα μου ψιθυρίζει κακόβουλα "αν δεν καλέσει κανένας κρύος την αστυνομία και τον κλείσουν μέσα για τρελλό!". Πείσμα κι αυθόρμητη μονοπροτάσαια προσευχούλα, να τον προσέχει ο ουρανός.

Επιστρέφω στη μουσική, χαμογελώντας...

και στο παγωτό, που μας αγόραζε μια φορά τη βδομάδα ο παππούς.

Και τότε, αρχίζει άλλο τραγούδι, χωρίς λέξεις. Και η μελωδία, στέλλει σε Μελίνα και Μάνο. Σε Μεσόγειο και γλάρους. Σε βόλτες στην παραλία.

" Aπ' το παράθυρό μου στέλνω
ένα δύο και τρία και τέσσερα φιλιά
που φτάνουν στο λιμάνι
ένα και δύο και τρία και τέσσερα πουλιά

Πώς ήθελα να είχα ένα και δύο
και τρία και τέσσερα παιδιά
που σαν θα μεγαλώσουν όλα
θα γίνουν λεβέντες για χάρη του Πειραιά

Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι
τρελή να με 'χει κάνει, όσο τον Πειραιά
Που όταν βραδιάζει, τραγούδια μ' αραδιάζει
και τις πενιές του αλλάζει, γεμίζει από παιδιά

Aπό την πόρτα μου σαν βγω
δεν υπάρχει κανείς που να μην τον αγαπώ
και σαν το βράδυ κοιμηθώ, ξέρω πως
ξέρω πως, πως θα τον ονειρευτώ

Πετράδια βάζω στο λαιμό, και μια χά-
και μια χά-, και μια χάντρα φυλακτό
γιατί τα βράδια καρτερώ, στο λιμάνι σαν βγω
κάποιον άγνωστο να βρω"

Κι ας ματαίωσα όλα τα σχέδια για το Σκύριακο. Φταίχτης ο καιρός.

Όμορφη γίνηκε η Παρασκευή, εντελώς ξαφνικά.

11/06/2009

κουραστικά ταξίδια


Στο διαμέρισμά της, νύχτα, σχεδόν μεσάνυχτα.
Αυτός ροχαλίζει, και την κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά του, τόσο που την πνίγει...
Η όλη κατάσταση την πνίγει, για την ακρίβειαν...
Απόψε δεν μπορεί να κοιμηθεί, ξανά, προσπαθώντας να σκιτσάρει τον απολογισμό της σχέσης τους...
Πέντε χρόνια ήταν μαζί,αγαπημένοι,εραστές και κολλητοί. Τίποτα δεν συνέβαινε στη ζωή του ενός χωρίς να το νιώσει ο άλλος. Αν και δεν μιλούσανε με το "εμείς", το νιώθανε, το ζούσανε...
Μέχρι εκείνη την απαίσια βραδιά, που της ζήτησε να τον παντρευτεί,
Έλιωσαν τα γόνατά της, ξεράθηκε ο λαιμός, δεν έβγαινε απάντηση καμία,
μα στα μάτια της είχε θρονιαστεί ο τρόμος.
Δεν είχαν κλείσιε ακόμα τα εικοσιπέντε, πού να έτρεχαν για στεφάνια και κουφέτα;

Εκείνος, προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη, αφού ήταν τόσο καλά, γιατί να μην προχωρούσαν στο φυσικά επόμενο στάδιο;

-Δεν ξέρω αν θέλω να παντρευτώ ποτέ...

-Μαζί μου εννοείς δεν θέλεις να παντρευτείς ποτέ!

- Σ' αγαπάω, αυτό δεν μετράει;

- Όχι πια...Είναι καιρός να μεγαλώσεις!

Πέρασαν δυο χρόνια, μιλούσαν σπάνια, θα συναντήθηκαν το πολύ δέκα φορές για να καταλήξει το ποτό σε τσακωμό, το φαγητό σε σιωπή.
Δυο χρόνια χώρια, προσπάθησε να καταλάβει τί ήθελε, το μόνο σίγουρο ήταν πώς τελικά, δεν ήθελε το "για πάντα"...μαζί του, χωρίς να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος, απλά επειδή έτσι ένιωθε...

Μέχρι πριν ένα χρόνο, που το φαγητό έγινε ποτό και το ποτό τρέλλα, που διήρκησε ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο, σαν στις μικρές μέρες του έρωτά τους.

Εδώ κι ένα χρόνο λοιπόν...

Αυτός,
αναρωτιέται : " Πάντα θα σ΄αγαπώ, εσύ;"
έρχεται να βγούνε, να μιλήσουν, να κοιμηθούνε αγκαλιά,
στο καινούριο της διαμέρισμα,
μα οι ζωές τους δεν τέμνονται ποτέ,
δεν βγαίνουνε με φίλους,
αλλά μόνοι,
- και πάντα στην πόλη της-
φεύγει πολύ νωρίς τα πρωινά,
αφήνει πέρα από τη ζεστασιά του, ένα φιλί, που δεν μοιάζει με ρουτίνα αλλά με ριτουάλ,
που την μπερδεύει ολοένα και πιο πολύ...

Αυτή,
κάποιες στιγμές αναρωτιέται:
"Αφού μ' αγαπάς γιατί δεν είμαστε μαζί;"
μα...
Δεν τον ρωτάει τίποτα,
ίσως και να γνωρίζει τις απαντήσεις,
τί ίσως δηλαδή; Μάλλον!
Η κάθε τους βραδιά είναι μια ακόμα απολογία της,
ενοχική,
Ερινύα χωρίς διάθεση για έλεος.
Προσπαθεί να βρει πνοή...
Ξέρει πως για την τότε απόφαση, δεν έχει μετανιώσει,
μα την σκοτώνει η αδυναμία να τον βγάλει τελείως εκτός από τη ζωή της...

Βαθαίνει η θάλασσα,
δυναμώνει κι ο αγέρας,
ούτε ένα νησάκι γύρω,
ή έστω ένα κούτσουρο από κάποιο πεθαμένο καράβι...