23/06/2008

νυχτερινό απόσπασμα μωβ


Ζεστή η νύχτα, από αυτές τις ανυπόφορες, που ολοένα γυρνάει στο κρεββάτι για να χωθεί στην αγκαλιά του Μορφέα μα στο παραμικρό άγγιγμα του, ιδρώνει και τον σπρώχνει μακριά. Πολλές φορές τον πετάει κι από το κρεββάτι μέχρι την επόμενη νύχτα.
Άνοιξε το παράθυρο διάπλατα. Απέναντι, ένας νεαρός έκανε τσιγάρο στο μπαλκονάκι του. Της χαμογέλασε κυματίζοντας ταυτόχρονα το χέρι του. Διαγράφηκε από το κόκκινο φως του τσιγάρου ένας χαιρετισμός.Τράβηξε την κουρτίνα και ξάπλωσε στο κρεββάτι.
Πααααφ. Με το πρόσωπο στο μαξιλάρι και το στήθος να στριμώχνει το στρώμα. Ανίκανη να πάρει ανάσα, γύρισε ανάποδα με το κεφάλι να βλέπει το ταβάνι και το σώμα να πεθαίνει για αέρα. Τίποτα.
Σηκώθηκε, τράβηξε το φανελάκι και το πέταξε στην καρέκλα. Η γύμνια έφερε μια τρίλεπτη δροσιά.
Μα τότε, μπήκαν στο δωμάτιο οι εχθροί του για να της φέρουν εικόνες από φωτογραφίες που της είχαν τραβήξει...Μαζί του.Μόνη της. Με παρέα. Μνήμες. Τις έδιωξε, μετρώντας κάποια προββατάκια που δεν έβλεπε. Μέτρησε ακόμα και τα αρνάκια που σουβλίζονται κάθε χρόνο μα πάλι η ώρα δεν πέρασε. Ανέβαιναν και τα βλέφαρα, μαζί με την θερμοκρασία.
Το φεγγάρι στρουμπουλό, έριξε όλο του το φως πάνω της. Πώς είχε περάσει από την κουρτίνα; Χαμογέλασε. Δεν είχε ξαναλουστεί η γύμνια της στο φεγγαρόφως. Της άρεσε η αίσθηση. Σα να την είχε διαλέξει η Σελήνη απόψε για να τη χαϊδέψει. Ένιωσε ξεχωριστή, έστω για λίγα λεπτά, επίσημη αγαπημένη του νυχτερινού Ουρανού.
Χαμογελούσε και στις αράδες που άρχισε να της ψυθιρίζει η απόλυτη εχθρός του Μορφέα. Μα δεν είχε δύναμη να σηκωθεί για να γράψει, όχι απόψε.
Ζητούσε τον ύπνο.
ΤΡΑΛΑΛΑΛΑΛΑΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑΑΛΑΛΑΛΑΛΑΑΑΑΑΑΑ
στον ήχο του κινητού, εξατμίστηκαν όλα τα στοιχειά! Έμεινε μόνο το φεγγαρόφως.
Βλέποντας το όνομα του, δίστασε για ένα τραλα. Τελικά το απάντησε.
Η φωνή του, δεν φόβισε το φεγγάρι. Της έμεινε πιστό χάδι πολύ μετά που τελείωσε το τηλεφώνημα. Λίγο πριν πέσει το ίδιο στην αγκαλιά του ύπνου.
Κι αυτή, αποφάσισε να αντικαταστήσει τον χαμένο ύπνο με ένα παγωμένο ντους κι ένα διπλό καφέ. Σαν μια απλή θνητή, που είναι, όπως της το φώναζε δυνατά ο Δευτεριάτικος ήλιος.

09/06/2008

Γλυκό του κουταλιού


Αποφάσισαν το καλοκαίρι να επισκεφθούνε το χωριό του παππού και της γιαγιάς!

Ένα χωριό, στην καρδιά της Τουρκιάς.

Μεγάλωσαν τρεις γενιές, με τη νοσταλγία μιας πατρίδας, που γνώρισαν μέσα από τις ιστορίες του παππού και τις γεύσεις της γιαγιάς Μαρούλας.

όμως ...

όταν άκουσε η γιαγιά τα "ωραία νέα για τις διακοπές", σκοτείνιασε.

Άρχισε τις φωνές, ανάμιχτα τα ελληνικά με λέξεις τούρκικες.

"Να πάω σαν τουρίστας στο σπίτι μου; Τρελλαθήκατε! Αν το λέει η καρδιά σας, να πάτε!"

...

Οι προσπάθειες τους να την πείσουν να πάνε όλοι μαζί, απέτυχαν.

Όλη η οικογένεια θα έφευγε αρχές Αυγούστου, πού θα την άφηναν γριά γυναίκα;

Τίποτα, ανένδοτη η Μαρούλα.


Τέλη Ιουλίου,

άρχισαν οι ετοιμασίες. Παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα όλοι ετοίμαζαν βαλίτσες, έχοντας ένα μικρό τρέμουλο στα χέρια.


Τη μέρα της αναχώρησης, ήρθε μια ξαδέρφη για να κρατά συντροφιά στην Μαρούλα, όσο οι υπόλοποι θα έλειπαν.

Τελευταία στιγμή, ο Λευτέρης αποφάσισε να μην συνοδέψει τους υπόλοιπους αλλά να μείνει με τη γιαγιά.

Δεν άλλαξε γνώμη ούτε όταν η μαμά του άρχισε να του λέει για τις μέρες που θα περνούσανε όμορφα...


- Καλά. Τί θέλεις να σου φέρουμε; Κάνουνε ωραίοτατο γλυκό του κουταλιού, άκουσα.

- Ναι. Ένα μπουκάλι, γλυκό του κουταλιού.

- Τί όμως;


Πετάχτηκε η γιαγιά: " Ένα μπουκάλι χώμα. "

Χαμογέλασε ο νεαρός.

"Ωραίο ακούγεται. Αυτό να μας φέρετε. Από ένα μπουκάλι!"