28/03/2008

απόσπασμα νυχτερινό...35



...Κοιτάει τον καθρέφτη και βλέπει αυτό το άχαρο κοριτσάκι που έχει μπει στο βραδινό φόρεμα της μαμάς του. Γελάει νευρικά...


"Οι ώρες πλησιάζουν σχεδόν το έξι, σε λίγο πια θα φέξει!"... Σαν τραγουδάκι ελαφρό θροϊζει ανάμεσα στο κεφάλι, από το ένα αφτί στο άλλο, κατεβαίνει στη μύτη, αφήνεται στα χείλη να το ψυθιρίσουν...Χαμογελάει.
Κι αυτός πουθενά...

Όχι, ακούει τώρα το κλειδί, το χέρι του σπρώχνει τη δρύινη πόρτα και μπαίνει Αυτός μέσα, στο σαλόνι τους... Μα... πώς είναι έτσι;

Σα να φοράει τα ρούχα του κάποιο τερας, που του μοιάζει. Βρωμάει αλκοόλ, τα χείλη του τρέμουν, τα μάτια του την καρφώνουν άγρια, εξοργισμένα. Το σακάκι το έχει ρίξει στον ώμο... Και δεν κουνιέται από την είσοδο. Σαν αρχαϊκό, θυμωμένο άγαλμα...

Κάνει ένα βήμα να τον πλησιάσει μα η φωνή του την παγώνει:

- Που ήσουνα στις δέκα; Ήρθα σπίτι κι εσύ... Πώς είσαι ντυμένη έτσι;

- Είχα βγει, ερχόμουνα σπίτι αλλά δεν... Κι εσύ, πού ήσουνα τόσες ώρες; και τί θες να πεις, πώς είμαι έτσι; Δεν σου αρέσω;

- Σκασμός! Πού ήσουνα; Με ποιόν ήσουνα;

Μια φωνή λογικής, είπε να απαντήσει ειλικρινά: "Με κανένα."
Μα το περήφανο κοριτσάκι, είχε εξαγριωθεί και κανένα από τα τριανταπέντε της χρόνια δεν μπορούσε να το σταματήσει:

- Τί θα γίνει δηλαδή; Θα μου κάνεις και σκηνές ζήλιας; Δεν ντρέπεσαι;

Το είπε, σχεδόν χαμογελαστά, σχεδόν ειρωνικά... Έκανε μεταβολή κι αντί να προσπαθήσει να τον αγγίξει, να τον βοηθήσει να ηρεμήσει και να περάσει στο σπίτι, κάθισε στον καναπέ. Σταύρωσε τα γόνατα και φάνηκαν γυμνά τα γεμάτα της μπούτια. Έγειρε την πλάτη στην αγκαλιά του καναπέ σα να χαλάρωνε...

Αυτός έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Πέταξε το σακάκι στην κρεμμάστρα και στάθηκε μπροστά της. Ακόμα εξοργισμένος, ακόμα παράξενα ψύχραιμος.

- Λέγε πού ήσουν! Με ποιόν ήσουν!

- Σιγά μην σου δώσω και λογαριασμό. Ελεύθερο κορίτσι είμαι, όπου θέλω πάω, ό,τι θέλω κάνω! Κατάλαβες;

Το χαστούκι έπεσε πριν προλάβει να ολοκληρώσει την απάντησή της. Μα δεν το δέκτηκε παθητικά. Πετάχτηκε από τον καναπέ και του το ανταπέδωσε με όλη της τη δύναμη.

Τα μάτια τους κεραυνοί κι έξω η θάλασσα πάλευε με τον δυνατό αέρα, τα βράχια και τα στοιχειά της.

Βρισιές, ζήλειες, κακίες, ξεσπάσματα που ειπώθηκαν μονάχα με τον αντικατοπτρισμό βλεμμάτων. Οι ανάσες τους βάρυναν, τα νεύρα έπεσαν σχεδόν λιπόθυμα στα σώματά τους...
Οδηγήθηκαν με άγριες κραυγές στον πιο βάρβαρο χορό ειρήνης από όλους.

...
Βγήκε ο ήλιος και γαλήνεψε τη θάλασσα.
...

Δώδεκα το μεσημέρι.
Ξύπνησε στο κρεββάτι, αποκαμωμένη. Κατάφερε ν' ανοίξει τα μάτια...

Στο πάτωμα, το βραδινό φόρεμα σκισμένο.

Κι αυτή, καραβάκι σε μια θάλασσα ευτυχίας. Γέμισε χαρά το σώμα της, κι ενέργεια!

Έτρεξε στο μεγάλο παράθυρο του σαλονιού. Όπως ήταν, γυμνή, δεν την ενδιέφερε, εξάλλου ήταν ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ! Την αγαπούσε! Δεν υπήρχε άλλη!

Και η θάλασσά της, ήτανε σήμερα γαλήνια... γαλαζοπράσινη αλλά στα βράχια, ο αφρός χρύσιζε...

"Φιλενάδα μου, ΜΕ ΑΓΑΠΑΕΙ!!! Δεν είναι Υπέροχη Μέρα;"

27/03/2008

νεφέλη νουάρ


Μια αποτυχία,
που κλωνοποιήθηκε.
Μια κλωστή λεπτή,
που σκίστηκε.
Ένα ψηλό παράθυρο,
που άνοιξε.
Ο φόβος,
που ξαφνικά ντύθηκε
...απελπισία.

- Μα η τελευταία είναι σχιζοφρενής,
Μπερδεύτηκε και γέννησε
Ένα θάρρος
ανόητο, χαζό.
Στιγμιαίο.
Σαν το νες. -

Ένα κενό, που δεν άντεξε το βάρος της.
- Το σώμα δεν πετά,
Για αυτό και
διαλύθηκε στο τσιμέντο.
Η ψυχή νεφέλη,
φεύγει
Για να παίξει
με κάποιο αερικό. -

Η τελευταία της σκέψη
ενώ πετούσε ακόμα η μνήμη,
το νες, που διέλυε κάθε πρωί στο νερό.

- Πέθανε στο τσιμέντο ή στον αέρα;
Δεν θυμάται!
Μα σίγουρα
από τα γέλια πέθανε -

Σκεφτόμενη τον παραλληλισμό.

25/03/2008

απόσπασμα νυχτερινό...50


Τρεις και κάτι, το πρωί.



Στο σαλόνι, έκλεισε απότομα το παράθυρο της θάλασσας, το τζάμι έσπασε σε εκατοντάδες μικροσκοπικά μα κοφτερά ξίφη. Κάγχασε από τον πόνο το γυαλί, καθώς ο αγέρας μανιασμένα το έσπρωχνε στο πάτωμα ενώ το σκληρό ξύλο θρυμμάτισε το διάφανο πρίσμα ανελέητα.


Το κλάμα του γυαλιού την ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια. Δίπλα της Αυτός, κοιμόταν ακόμα βαριά, τίποτα δεν του τάραζε μήτε τους κύκλους μήτε τους ίσκιους των ονείρων... τί να έβλεπε άραγε και χαμογελούσε τόσο γαλήνια;



Έσκυψε τρυφερά από πάνω του και τον φίλησε στο μάγουλο απαλά... Η ζεστή υγρασία του φιλιού στο δέρμα του, τον ευχαρίστησε και χαμογέλασε πλατιά...στιγμιαία μόνο, μετά ξαναχάθηκε στον βυθό του ονείρου.



Κι ο θόρυβος που την είχε ξυπνήσει; Έριξε πάνω από το μεταξωτό μπεζ νυχτικό, μια βαμβακερή ρόμπα, κόκκινη και έτρεξε στο σαλόνι...



Ναι, το παράθυρο είχε ξεχαστεί ανοικτό...Και τώρα το γυαλί είχε θρυμματιστεί στο πάτωμα... Έτρεξε να το κλείσει και με τον πόνο ήρθε και η λογική. Μακάρι να είχε σκεφτεί από πριν να φορέσει παντόφλες... Τώρα ήταν ήδη πολύ αργά... Κάποια κομματάκια, είχανε καρφωθεί στις πατούσες.


Πάτησε στις μύτες των ποδιών και κατευθύνθηκε προς την πολυθρόνα. Μέσα στο σκοτεινό σαλόνι, στα 5 βήματα που χρειάστηκε να παριστάνει την μπαλαρίνα, συναντήθηκε το βλέμμα της με ένα παλιότερο δικό της, από μια φωτογραφία. Τότε, δεκάχρονη μπαλαρίνα, το καμάρι της μαμάς της. Τώρα, πενηντάρα, όχι και τόσο σίγουρη αν τελικά μέστωσε το μυαλό της περισσότερο από την εποχή που πάρθηκε η φωτογραφία. Απόδειξη, που πάτησε ξυπόλυτη στα γυαλάκια σα να διέσχιζε ρυάκι. Από την άλλη, τα χέρια και ειδικά τα δάκτυλά της είχανε αρχίσει να γεμίζουν αυλάκια. Σημάδι ωριμότητας ή γήρανσης;


Ευτυχώς είχε καθίσει. Ανακουφισμένη άπλωσε τα πόδια στο τραπεζάκι. Λες αν είχαν γίνει γονείς, τώρα να ήτανε μια χαζομαμά, φουσκωμένη από περηφάνεια σαν ομπρέλα; Μπα... Η θάλασσα έξω έχει παιδιά; όχι βέβαια... Αλλά και περήφανη είναι, και φουσκώνει όποτε το θελήσει... κι αν κάποιοι την καταρριούνται για το μένος της, κατά βάθος όλοι την λατρεύουν.

Άρχισε πάλι τις αχρείαστες σκέψεις... Μια ζωή να αυτοπαρομοιάζεται με την θάλασσα... Μα είναι δυνατόν; Αυτή, είναι το πολύ λιμάνι ή καραβάκι, δεν έχει αποφασίσει ακόμα... Αυτή τη στιγμή, με το γδαρμένο δέρμα, σίγουρα ένιωθε καραβάκι.


Πριν προλάβει να κοιτάξει τις πληγές, είχε ξυπνήσει και ο ονειροπόρος...Βρισκόταν ήδη στην είσοδο του σαλονιού και κοιτούσε απορημένος το θέαμα. Σκοτεινιά. Σπασμένο το τζάμι. Στον καναπέ καθισμένη αυτή.



Άναψε το φως και αμέσως κατάλαβε.Έτρεξε στην κουζίνα, έφερε λίγο οινόπνευμα, μια καθαρή πετσέτα και τα ακούμπησε δίπλα της. Από το υπνοδωμάτιο έφερε την τσιμπίδα της




- Άσε με να το κοιτάξω!



- Απέκτησε ο συγγραφέας μου ιατρική ταυτότητα;



- όχι αλλά μπορώ να σε φροντίσω.


- Μπορώ και μόνη μου! ( Αμάν αυτό το αγρίμι μέσα της! Σιωπή! Άσε τον άνθρωπο να σε περιποιηθεί! )

- Κάθισε κοριτσάκι μου, φρόνιμα...


Για αρκετή ώρα, παρατηρούσε το δέρμα, αφαιρούσε με το τσιμπιδάκι ένα ένα τα μικρά ξίφη και ακολούθως έβρεξε την πετσέτα με αλκοόλ και καθάρισε τις πληγές.



Το κοριτσάκι με τα αυλακωμένα χέρια, απολάμβανε την περιποίηση καθισμένη στον καναπέ, με τα πόδια παραδομένα στα χέρια του.



Όταν τελείωσε, της φίλησε τις πατούσες απαλά, τρυφερά, ένα βούρτσισμα για κάθε γυαλάκι που την είχε πονέσει...



κι αυτή, συγκινημένη κάρφωσε τα μάτια της στο σπασμένο παράθυρο, που τους έδερνε ακόμα με θαλασσινό αέρα και του έστειλε χαμόγελα, γεμάτα ευγνωμοσύνη...


- Πάμε για ύπνο;


- Πάμε...

24/03/2008

Για την Πηγή






Με μια γεμάτη μέρα (τώρα δύο) αργοπορία θα πω ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ κι ας φαίνεται πικρό αστείο...
39 κεράκια κυριακάτικα σου τα άναψαν φίλοι, αγαπημένοι κι αναγνώστες που προσπαθήσαμε να σε νιώσουμε μέσα από τους στίχους σου, ή να σε τραγουδήσουμε κυρίως μέσω της "Νεράιδας"...

Δεν είμαι σε θέση να γράψω για σένα όπως οι δικοί σου άνθρωποι...Για αυτό προτιμώ να δώσω λίγα δικά σου θραύσματα σε όσους περάσουν από το σπίτι μου, τις επόμενες μέρες, βδομάδες...Θραύσματα που χάρισες ως Πηγή ντυμένη κάποτε Πυθία, Ανδρομέδα και AlienP ...





Χαλιά
..
μου αρέσουν οι λέξεις
που παίρνουν σημασία
από τον τόνο
στο παρακάτω
βάλε τον τόνο
όπου θες:
στρώνω χάμω
τα χαλια μου
να πατάς πάνω τους
να τα λιώσεις!


.......
Διαβάτη
..
Άκου πως τραγουδάει
στον άνεμο
μια ανέμελη τούφα
φεγγαριού
..
τη φίλησα
της μίλησα για σένα
..
χάδι να έχεις κάθε νύχτα
εκεί που η ανάμνηση γρατζουνά
εκεί που δε σε φτάνει
ό,τι η ανάσα μου
σου οφείλει
...
Άκου πως νανουρίζω
τα θαύματα
που μου ξύπνησε
η σκιά σου
πάνω στο μπαλκονάκι
της καρδιάς μου
...
εκεί στο λιακωτό
του ατσαλάκωτου
ατρόμητου
μα ταπεινού Αίματος!
...............



Βυθός

Μιλώ στο δεύτερο ενικό μα δε μιλώ σε σένα,

σε μένα τα λέω και τα καλά και τα στραβά

Κι αν μοιάζει πως απόλυτα μιλώ

είναι που υποστηρίζω με σθένος όσα μαθαίνω

ώσπου να με μάθουν κι εκείνα...

...

Όταν σταθείς στην ίδια θέση με το άγνωστο

όταν ξεβολευτείς από τη σταθερότητά σου

κάποτε το κερδίζεις!

Σαν τη ζωή ας πούμε που δεν είναι ευθεία,

που αν δεν πάρεις το δρόμο της

δε θα μάθεις ποτέ τις εναλλακτικές της

Θα δεις μονάχα την κατάληξη

μα έτσι θα έχεις ακυρώσει τη ζωή...

..

Σε μένα τα λέω, κάθε ομοιότητα σύμπτωση απλή...

Μην κουραστείς ποτέ στην ανηφοριά,

μα μη διστάσεις και να βουλιάξεις

Στον κύκλο της ζωής κι ο βυθός μια κορυφή είναι

Πάρε το δρόμο ταπεινός με καρδιά ανοιχτή,

για νέες Ατλαντίδες, νέα Ιμαλάια...

..............................




Ένα τραγούδι

..

Σε όποια άκρη της καρδιάς μου κι αν κοιτάξω

ένα τραγούδι θα απλώνει τα φτερά του

πάνω στην πλάτη του μαζί του θα πετάξω

κι αν κουραστώ θα κοιμηθώ στην αγκαλιά του...

..

Ένα τραγούδι, μια αγάπη, ένας κόσμος,

μία ζωή, λίγες ανάσες δρόμος...

ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, μια ελπίδα,

ένα τραγούδι να ‘χει το όνειρο πατρίδα...

..

Σε όποια πόρτα της ψυχής μου κι αν χτυπήσω

ένα τραγούδι απαλά θα ξεκλειδώνει

να μπαίνω μέσα θα μ’ αφήνει ν’ ακουμπήσω

ό,τι αγάπησα και ό,τι με πληγώνει...

...

Με είχε συγκινήσει πολύ αυτό το απόσπασμα από το ημερολόγιό της, τον Απρίλιο πριν δύο χρόνια, ένα αναπάντεχο δώρο για την ίδια και γλυκιά εξομολόγηση:

Ο γιος μου...

Τον λένε Δημήτρη, έχει το όνομα του πατέρα μου, τυχαία...Είναι ο γιός του παιδικού μου φίλου Β και της Κ... Η μαμά του σκοτώθηκε σε τροχαίο πριν 3 χρόνια, ο Δημήτρης από τότε ζει με τον Β και τη γιαγιά του...Μιλάμε κάθε μέρα στο τηλέφωνο έστω και για λίγα λεπτά

Μπήκε στα 6 πρόσφατα και χτες πήρε να με ευχαριστήσει για τα δωράκια που του έστειλα Όμως εκείνος μου έκανε ένα αναπάντεχο δώρο! Λίγο πριν κλείσουμε μου είπε:"καληνύχτα γλυκιά μου μανούλα"

Κι όταν τον ρώτησα αν κατάλαβε τι είπε, απάντησε"ναι πολύ καλά καταλαβαίνω έτσι σε φωνάζω μέσα μου και σήμερα τόλμησα να στο πω"

..........

Για όσους θέλουν να την θυμηθούν ή να την γνωρίσουν,




η Πυθία άφηνες τους χρησμούς της εδώ: http://xrismoi.blogspot.com/




ενώ ως Ανδρομέδα, έγραφε το φεγγάρι http://trelitoufegariou.blogspot.com/




ενώ κατοικούσε ως Παραμυθού στο χωριό του ΜΗ εδώ: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&new_topic=24




Όνειρα γλυκά...



22/03/2008

απόσπασμα νυχτερινό..β


Πηγαινοέρχεται στο σαλόνι νευρικά!

Από την βαριά, δρύινη πόρτα, περνά γρήγορα τον βελούδινο καναπέ, φτάνει στο διάπλατο παράθυρο, αντικρύζει στιγμιαία τη θάλασσα, εκνευρίζεται και τρέχει πάλι πίσω στην πόρτα...και ξανά πίσω στο παράθυρο, στη θάλασσα που της μοιάζει τόσο...


Θυμωμένη, έξαλλη, τρέμει από ζήλια κι αγωνία!

"Πού στο καλό είναι, στις πέντε το πρωί;"


Μα και η ίδια, δεν μοιάζει να έχει περάσει τη νύχτα στο διαμέρισμα... Τα μακριά μαλλιά της περιποιημένα, πέφτουν σε χοντρές μπούκλες γύρω από το πρόσωπο, κατεβαίνουν στο στήθος και στη μέση, το αέρινο σώμα της τυλιγμένο σε ένα στενό, μεταξωτό φόρεμα χορού... εξουσιάζεται το ρούχο από τις καμπύλες της, ψηλά, πετάγεται προκλητικά λίγη ανάσα από το στήθος της... απαγορευμένο φόρεμα για τις υπόλοιπες τριανταπεντάρες, που έχουν βουλιάξει τα σώματά τους σε γάμους με τρία παιδιά και χιλιάδες μικροπροβλήματα...


Ε και; Δική τους απόφαση να δημιουργήσουν οικογένειες! Όπως και δική της απόφαση να παραμείνει κορίτσι! Και όχι η σύζυγος, γυναίκα των τιμών!

Της αρέσει που αυτή δίνεται καθημερινά στον απόλυτο έρωτα, που ονειρεύτηκε στην εφηβεία... ως σήμερα τη νύχτα δηλαδή...


Πέντε το πρωί και τα πράσινα της μάτια βουλιάζουν στη θάλασσα, που ετοιμάζεται να δεχτεί τη νέα μέρα...


Κι αυτός, άφαντος!


Λες... Λες να είχε έρθει το βράδυ, να την περίμενε και να θύμωσε, που περνούσε η ώρα κι αυτή δεν ήρθε;...


Σαν την Σταχτοπούτα, έτρεχε τα μεσάνυκτα, να φύγει από τον χορό, μα δεν έβρισκε ταξί!


Πέντε και κάτι... Αυτός άφαντος κι αυτή πνιγμένη στη ζήλεια...


Ένα δάκρυ έκαψε το μάγουλο, όπως κάηκε και η καρδιά της στην πιθανότητα "μιας άλλης"...

Στάθηκε στη μέση του σαλονιού, μπροστά από το μπουφέ με τον τεράστιο καθρέφτη...


Πως ήταν έτσι, Θεέ μου; Σαν άχαρο κοριτσάκι, που φοράει τα ρούχα της μαμάς της... Τριανταπέντε χρονών κορίτσι, με δαρμένη την αυτοπεποίθηση...

21/03/2008

απόσπασμα νυχτερινό..α


Μεσάνυχτα και κάτι.


Όσα και τα χρόνια της. Περασμένη ηλικία, γριά, ηλικιωμένη. Πόσο σιχαίνεται αυτές τις λέξεις!

Κορίτσι νιώθει, κοριτσάκι με ζαρωμένο δέρμα. Τα κόκκαλά της γερά, τα μάγουλά της ακόμα αναψοκοκκινισμένα!

Κι αν την δεις στα μάτια, θα βουλιάξεις χαμογελαστός, στο πιο ζουμερό αμπέλι.


Μεσάνυχτα και κάτι.


Κάθεται κοντά στο παράθυρο και διαβάζει την ψυχή του αγαπημένου της συγγραφέα.

Φτάνει για πολλοστή φορά στην αγαπημένη της παράγραφο. Την διαβάζει, με ηδονή μαζοχιστική... Πριν φτάσει στην τελεία, τα αμπελόφυλλα στα μάτια της, ελευθερώνουν σταγόνες βροχής. Αφήνει το βιβλίο στα γόνατα.


Αγαπημένος της συγγραφέας. Ο μοναδικός άνδρας που μπόρεσε να θαυμάσει. Ερωτεύθηκαν σφόδρα. Δεκάδες χρόνια φωτιάς. Ξέχασαν να κάνουν παιδιά, ξέχασαν και να παντρευτούν. Παραήταν ερωτευμένοι για να σκεφτούν κάτι πέραν του να είναι μαζί, ευτυχισμένοι!


Περασμένα χρόνια, που έσβησαν απότομα σαν το ηλεκτρικό φως. Διακόπτης και Σκοτάδι. Εντός του δευτερολέπτου. Σκληρός ο αποχωρισμός.


Και η σειρά της δεν φάνηκε ακόμα.


Κάθεται πάλι στο παράθυρο, μεσάνυχτα περασμένα... Και τον περιμένει. Θα έρθει, άραγε;


Της λείπει ιδιαίτερα απόψε.


Ακούει τον έρωτα του κοριτσιού στο διπλανό διαμέρισμα και νιώθει ευγνωμοσύνη.

Διότι τα γέλια τους, οι αντικατοπτρισμοί του πάθους, ο απόηχος του κυνηγητού την βοηθάνε να κρατάει τις στιγμές με τον συγγραφέα της, ζωντανές!

Διότι το κορίτσι, της θυμίζει το δικό της αγέραστο χαμόγελο.

Διότι...


δεν ξέρει άλλα διότι... Δεν είναι καλή στις περιγραφές.

Απλά νιώθει την καρδιά της να χορεύει με την ευτυχία της γειτονοπούλας.


Και η χαρά, ομορφαίνει και την ίδια...


Που δεν είναι τίποτα πλέον, παρά ένα μοναχικό κοριτσάκι με ζαρωμένο δέρμα.

20/03/2008

κορίτσια σε απόγνωση

Το έταξα απάντηση στον Στιχάκια, που δεν μου το ζήτησε αλλά δεν πειράζει και σημειώνω!!!!! στου οποίου τα στιχάκια έχω εθιστεί.
Ένα παλιό σχετικά στιχάκι μου, που κυκλοφορεί και σε ένα χωριουδάκι κάπου εδώ τριγύρω.


Εμείς τα κορίτσια!
....
Αισθητική ή πλαστική;
πως μας καταντήσατε όλες
αγχώδεις και κομπλεξικές;
Πέστε μου πως!
...
Η μια κλαίει πως είναι χοντρή
Η άλλη πως είναι πολύ λευκή.
Η μια τρέχει σε διαιτολόγους, γυμναστές
Και η άλλη από σολάριουμ σε ακτές
Η πρώτη προτιμά τα μαρουλάκια
Και η δεύτερη τα καροτινολαδάκια!
....
Η μια μου φίλη παραληρεί
Γιατί είναι τριχωτή.
Και κάνει τις αισθητικούς
Πλούσιες πολύ.
Να φύγει το μουστάκι
Να ξανθύνει το γενάκι
Κεριά και μέλια μέθοδος παλιά
Ας πάρουμε τα λέιζερ τα θαυματουργά!
...
Κάποια γνωστή πείστηκε
Πως ήταν πλακουτσή
Και ήθελε στήθος μεγάλο
Ωραίο και στητό
Σαν γαλόπουλο λαχταριστό.
Να και οι 5 χιλιάδες
Να και το σιλικονάτο!
Δόξα στο πλαστικό χειρουργό!
...
Και μη νομίζετε
Πως εγώ είμαι διαφορετική
Κάθε μια και τρείς
Τρέχω στα σαλόνια
Και στα αλώνια.
Ενυδατικές και αντικυτταριτιδικές
Από δω ο γκόμενος μου
Και από κει το αίσθημα μου
Δηλαδή το μακιγιάζ μου!
...
Και όλα αυτά γιατί;
Για μας Για σας για ποιον;
Να ομορφαίνει κανείς ή να μην;

απόσπασμα νυχτερινό







Κορίτσι είναι. Αρνείται τον χαρακτηρισμό "γυναίκα". Δεν της αρέσει το άκουσμα και η ιστορία που φέρει. Από τις μέρες της Εύας μέχρι της δικές μας.



Πάντα θα είναι κορίτσι, μέχρι τα βαθειά της γεράματα. Αν τα προλάβει δηλαδή.






Κοιτάει τον χώρο της. Ένα μικρό διαμέρισμα. Υπνοδωμάτιο, κουζινίτσα και καθιστικό, που το μετέτρεψε σε δωμάτιο παιχνιδιών. Στην ηλικία της; Επιτραπέζια, μουσικές, βιβλία, το λαπτοπ, ταινίες, μπογιές και πινέλα στη γωνία. Και ένα μεγάλο παράθυρο! Ενάμιση μέτρο πλάτος, ενάμιση μέτρο ύψος. Σαν μια χαμηλή πορτούλα, στη μέση του τοίχου.






Είναι το παράθυρο, το αγαπημένο της παιχνίδι. Της χαρίζει κάθε μέρα λίγο από θάλασσα, λίγο από ιώδιο. Ήλιο την ημέρα, σελήνη τη νύχτα. Περαστικές φωνές, τιτιβίσματα, μελωδίες και φύλλα που χορεύουν σε δυνατό αέρα, σκυλιά που προσπαθούν να συννενοηθούν με τους γείτονες... Κι όλου του φούρνου τις μυρωδιές... Είναι να μην το λατρεύει;






Απόψε, κάθεται στο παράθυρο κι απλώνει τα γυμνά της πόδια, έξω στο κενό. Τον περιμένει να χτυπήσει το κουδούνι. Φοράει ένα φόρεμα σχεδόν διαφανές, που φτάνει ως τη μέση της γάμπας. Τα μαλλιά φρεσκολουσμένα. Το δέρμα τυλιγμένο στο αγαπημένο της άρωμα. Ναι, τον περιμένει.






Κτυπάει το κουδούνι.



Κατεβαίνει από το παράθυρο και τρέχει στην πόρτα ανυπόμονη.






Χαμογελάει σκεφτόμενη το βλέμμα του...



Σκεφτόμενη πως σε λίγο θα τρεμοσβήνει στο άγγιγμά του. ..



19/03/2008

Πριν την σκηνή...


Μια χαρά για το καινούριο φόρεμα,

το κορμί ντύνει με στοργή.


Ένα δάκρυ κατεβαίνει,

στο κρυστάλινο χαμόγελο προσθέτει αλάτι.


Μια φλόγα μικρή χορεύει,

τα γυάλινα μάτια χαϊδεύει με θέρμη.


Ένας νόθος λυγμός ανεβαίνει,

στο τραγούδι χαρίζει γοητεία θλίψης.



Στον Ήμιση της, αρέσει

να είναι ήσυχη, σωστή.

Μα τί θα πει σωστή;

και...

Ήσυχη; Μα ποιά; Αυτή;


λοιπόν...


Είναι απόψε έτοιμη για κέφι.

Θα τραγουδήσει,

στο κοινό της αρέσει

ο λυγμός της φωνής.

Θα χορέψει,

να νιώσει ελεύθερη,

θα πιει να ζαλιστεί,


Για αυτό...


Φοράει στα χείλη λιπ γκλος

με γεύση κεράσι,

να φύγει απ΄ το ζωγραφισμένο χαμόγελο

...τ΄αλάτι!







18/03/2008

γράμμα στην γιαγούα μου


Κάποια γράμματα δεν παραδίδονται ποτέ. Όχι σε μελάνι οι λέξεις και σίγουρα όχι σε χαρτί. Ίσως να τα παραδίδει ο αγέρας, σαν ψίθυρο. Ίσως να τα παρασέρνει μια μελωδία, που καταφέρνει να περάσει στον άλλο κόσμο. Ποιός ξέρει;

Απλοϊκό κι αυθόρμητο ένα από τα γράμματα που στέλλω κατά καιρούς, σε αγαπημένους.

Μα όταν σκέφτομαι κάποιον από τους μεγάλους, που κοιμήθηκαν, είμαι ξανά αγρήμι ηλικίας έξι χρονών.Καμιά φορά και οκτώ...


:')



Δύο κι ογδόντα και κάτι...
Πριν δύο χρόνια, έφυγες,
Θυμάσαι;
Σε δώσανε στο χώμα
Και σε μένα τσιμουδιά.
Μην χάσω το γραπτό.
(Που το ακολούθησαν τόσα άλλα!
Μα τα ίδια δεν κάνανε και πέρσι με τον παππού;)

Τηλεφώνησα την επομένη,
Μέρα Κυριακή,
Να δω τί μου κάνεις,
Να σε ρωτήσω
Πώς φτιάχνεις εκείνη την ελιόπιττα,
Αν θέλεις καμιά συνταγή γερμανική,
Αν έφυγε η σκόνη της Σαχάρας...
Είχε φύγει, ναι.
Μα αυτή η κιτρινιάρα αφρικάνα,
προτίμησε να σε πάρει μαζί της
Ταξίδι μακρινό, εξωτικό
(πιο εξωτικό ΔΕΝ γίνεται).

Έφυγες γιαγούα μου,
Κι ακόμα δεν είπαμε «αντίο»,
Φοβάμαι και να πω «στ’ επανειδήν»
Μην τρέξει ο χρόνος πιο γρήγορα,
Κι έρθει ο Χάρος πριν την ώρα του...
Καλή είναι και η γη, μ άρέσει...
Καλά, κομμένα τα μαύρα αστεία,

Εξάλλου με την καρδιά σου τη μεγάλη
Και το χαμόγελο το μαργαριταρένιο,
Δεν είχες φόβο για την Πόρτα,
Ο Άης Πέτρος θα την άνοιξε διάπλατα,
Απορημένος με τα μακριά μαλλιά σου,
Που παραμείνανε κύμματα πετρελαίου
Παρά τα χρόνια...
Θα σου χαμογέλασε ντροπαλά,
Ίσως και με λίγο άγχος...
«Περάστε Χαριτωμένη μου, περάστε!»
Θα μπορούσε να πει και κάτι άλλο;

Καλή είναι η Γη, στα σίγουρα
Μα εκεί Πάνω,
Θα περνάτε πρίμα!
Ώρες ώρες σε ζηλεύω!
Μεγαλώνει κι ομορφαίνει συνεχώς η παρέα σας,
(Να μου τους προσέχεις είπαμε!)
Ενώ εδώ η δική μας
Ολοένα και φτάνει στην τελεία.

Δύο χρόνια γιαγούα μου,
Κι ακόμα σου χρωστάω
Λευκό γιασεμί...
Δεν το ξεχνάω,
Εξάλλου...
Σε αγαπάω πολύ!

16/03/2008

της ζάλης...




Ένα ποτήρι διάφανο,
Γεμίζει σιγά σιγά
Κόκκινο, ξηρό, κρασί.
Ταξιδιάρικο πιοτό,
Της ζάλης.


Ύπουλο, γλυκά σκληρό


Σαν έφηβη φονιάς,
Με μάτια γελαστά,
χείλη ζουμερά μ' αφίλητα
Και κορμί φρουκτώδες ,
Της ζάλης.


Γλυκιά, κρυφή αμαρτία.


Σαν ένα σου βλέμμα
Γεμάτο πόθο,
Που με λιώνει,
Με νανουρίζει
Στην αγκαλιά σου...
Της ζάλης!


Ερυθρό μυστικό, ολόδικό μας.


Σαν ένα ποτήρι διάφανο,
Γεμάτο κόκκινο ξηρό κρασί,
Που απόψε μοιραστήκαμε κρυφά,
Πόθο τον πόθο,
Γουλιά την γουλιά ,
Της ζάλης...

15/03/2008

μούσα


Νεράιδα αέρινη προκλητικά χορεύει
Στην αγκαλιά της γητεύει ποιητή,
Άυλη σχεδόν, τρεμοσβήνει σαν φλόγα,

Αν ο εκλεκτός ποτέ ξεχαστεί..
Γελώντας δυνατά
Καρφώνει το βλέμμα της
Στην ψυχή του βαθειά,
Κι ο ποιητής μεθά.
Δεν του χαρίζει το φιλί της
Ίσως μόνο μια πνοή της,
Για να τον έχει συντροφιά
Στη μοναχική της νυχτιά.

Μα...
Σε κάθε του φεγγαριού μορφή,
Αλλάζει ύλη και πνοή.
Ανθίζει σαν γιασεμί και κρίνο
Ή στάζ΄ιδρώτα, αίμα κι αλκοόλ.

Κι αν τον έρωτα θεριεύει
Είναι ικέτις αγάπης, ταπεινή.
Στον πόνο, στοργικό μητέρας χάδι,
Μα τρελλή, του θυμού μανιασμένη αδερφή!
Θυμάται όμως, να σπέρνει τη χαρά,
Σαν πολύτιμη, της μοναξιάς θεά.

14/03/2008

πώς;




Έφυγες


μα όλο ρωτάς,


θες να μαθαίνεις


αν με φίλησε ο άγνωστος Χ


αν με άγγιξε κάποιος άγνωστος Ψ...




Μα πώς να γίνει αυτό;


όταν κάθε νύχτα που κλείνω τα μάτια


σου ψιθυρίζω "Αγαπημένε Καληνύχτα";




Τρέμεις από θυμό κι αγωνία...


Δεν βλέπεις ότι


η κατάσταση είναι γελοία!;!;


...


Εσύ φοβάσαι για το κτήμα σου


κι εγώ αναζητώ ακόμα την ελευθερία μου...




Μα σε κάθε τραγούδι


θυμάμαι τη γεύση του φιλιού σου,


την μυρωδιά της αγκαλιάς σου,


το χάδι της φωνής σου,




Το όνομά σου!


Αχ, το όνομά σου...




Πώς θα ξεχάσω εγώ, εσένα, ποτέ;

13/03/2008

μιας νύχτας


Γυναίκα γυμνή από λούσα,
Φοράει για ομορφιά χαμόγελο αθώο.
αφηρημένης τέχνης μυστικό,
άρωμα απαλό σε δέρμα νεανικό.

Στο φεγγαρόφως
Τραγουδάει με τις σκιές,
Περπατάει περήφανα,
Τους περαστικούς θολώνει.
Άδολα, άθελα...
Αυτή ψάχνει για αγάπη...

Συναντώνται τα μάτια
Στο σκοτάδι.
Άλλοτε είναι σταγόνες θάλασσας
Ή χαλίκια και κομμάτια γυάλινα,
Κάποτε φουντούκια πασπαλισμένα με κανέλα,
Σπάνια στάζουνε μέλι,
Πιο σπάνια αλείφουν ελαιόλαδο.
Συνήθως είναι κάρβουνα...νεκρό ξύλο.
Κι ας θέλει να κυλήσει σε λιόλουστο,ζουμωτό αμπέλι...

Απόψε μυρίζει φουντούκι με κανέλα.
Πάλι καλά.
Βραδαίνει τον βηματισμό,
Αφήνει να την πάρει από το χέρι...
Θα τον οδηγήσει...

Στο δωμάτιο ανάσα φέρνει ο αγέρας,
Το μπαλκόνι ανοικτό για τις σκιές
Να κουβαλούνε στο φεγγάρι, γουλιές έρωτα,
Που αγαπάει να τις πίνει, να μεθάει και να ξεχνά...

Θα μείνει μαζί τους όσο μπορεί
Κι ας είναι ανυπόμονος ο ήλιος
Σκληρός ρεαλιστής, κακός διαπραγματευτής..
Πομπός της πραγματικότητας
...

Δεν είναι αυτή νεράιδα,
Δεν είναι κι αυτός αγάπη...
Ξυπνάει γυναίκα με τις αχτίδες...
Ανοίγει τα μάτια και βλέπει...

Χάμω, στο ξύλινο πάτωμα, ένα φόρεμα..
Στο φούσκωμα του παπλώματος
Δεν κρύβεται κανείς
...μόνη της...γυμνή, δίχως λούσα,
Δίχως ομορφιά νυχτερινή.
Και το χαμόγελο σβήστηκε σα να ΄τανε κραγιόν.

11/03/2008

τα βαρέλια θα βαφτούνε κόκκινα;

-θα βαφτούνε τα βαρέλια κόκκινα;
-Μα ήδη βάφονται...
Παρακολούθησες τί γίνεται στον κόσμο;

....
Δάκρυ διάφανο κυλάει στο μάγουλο,
Μιας μάνας θρυμματίζεται η ψυχή,
Μέρα τη μέρα,
Στων δικαιωμάτων τις κηδείες,
Στης ελευθερίας τις αλυσίδες.

Για μια σταγόνα,
Στο χρώμα της μαύρης πίσσας,
Κολλάνε ξεπουπουλιασμένες οι ψυχές.
Σκέψεις άγριες κι αγνές
εκπορνεύονται γοργά,
Όνειρα νεανικά γκρεμίζονται ολοένα.

Απόψε γράφηκε το «110»
Αύριο θα έχει ξεπεραστεί.
Θα ξεχαστεί μαζί με τις ειδήσεις,
Που αριθμούν θανάτους,
Σε επεισόδια και μάχες
Με το καθεστώς.

.....

-Ναι, τα βαρέλια βάφονται καθημερινά...
-Κόκκινο της ντροπής και του θανάτου.

κάπως μηχανικά, κάπως ρομαντικά...ρουτινέ.


Κάθε πρωί στις 6, φεύγει για την ρουτίνα του. Αυτός.

Κάθε πρωί στις 6 τον ακούει που φεύγει. Αυτή.
Κρυμμένη κάτω από το πάπλωμα, περιμένει το φιλί του.

Θα φορέσει το παλτό του,θα ξεκλειδώσει και πριν βγει το πόδι από το διαμέρισμα, επιστρέφει τρέχοντας στο υπνοδωμάτιο...

Τέσσερα μεγάλα βήματα του, χωρίζουν την έξοδο από το κρεββάτι τους.
Σκύβει, την φιλάει στο μάγουλο και περιμένει το χαμόγελο της.
Έτσι μόνο μπορεί η μέρα τους να είναι όμορφη.

Κάπως μηχανικά, κάπως ρομαντικά...
Κάπου στη μέση...

Λίγο πριν ο ένας από τους δύο αλλάξει ρουτίνα.
Ή απλά το σκηνικό.

10/03/2008

όλα αυτά που φέρω...


Κουράστηκα. Όλο το σώμα μου πονάει.

Ταξίδευα όλη μέρα, χθες.

Έφθασα "σπίτι" ξημερώματα.

Δεν είναι όμως το σπίτι μου αυτό. Ένας χώρος, που έχει λίγο από το άγγιγμά μου...
Μα είναι άνευ σημασίας...

Αφουγκράσου την σοφία.

Έχει κάτι παραπάνω να σου πει κι ας είναι συνήθως σιωπηλή, από καιρό πολύ...


„Omnia mea mecum porto“